Η καρδιαγγειακή νόσος (στεφανιαία νόσος, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, καρωτιδική νόσος, περιφερική αγγειοπάθεια κτλ) αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου παγκοσμίως.
Η καρδιά διαθέτει την δεξιά και την αριστερή στεφανιαία αρτηρία, που υποδιαιρείται στον πρόσθιο κατιόντα και στην περισπωμένη. Τα 3 αυτά αγγεία αιματώνουν το δεξιό και αριστερό τμήμα της καρδιάς αντίστοιχα. Η στεφανιαία νόσος οφείλεται στον σχηματισμό αθηρωματικών πλακών στα αγγεία αυτά και τους κλάδους τους με αποτέλεσμα να στενεύει ο αυλός του αγγείου και να μην αιματώνεται καλά η αντίστοιχη περιοχή. Αυτό εκδηλώνεται κλινικά ως στηθάγχη, δηλαδή πόνος στο προκάρδιο κατά την κόπωση διάρκειας κάτω από 20 λεπτά που σταματά στην ηρεμία. Συνήθως η στηθάγχη εμφανίζεται όταν ένα αγγείο έχει στένωση του αυλού του άνω του 70%. Σε κάποιες περιπτώσεις οι αθηρωματικές πλάκες αυτές ή ακόμη και μικρότερες μπορεί να είναι ασταθείς και να ραγούν, προκαλώντας οξεία θρόμβωση του αγγείου (δηλαδή αιφνίδια στένωση της τάξεως του 99-100%) και εκδηλώνονται ως έμφραγμα (οξύς πόνος στο προκάρδιο που δεν υφίεται με την ανάπαυση).
Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου διακρίνονται σε τροποποιήσιμους όπως είναι η αρτηριακή υπέρταση, η δυσλιπιδαιμία, ο σακχαρώδης διαβήτης, η παχυσαρκία, το κάπνισμα και το stress και σε μη τροποποιήσιμους όπως η ηλικία, το άρρεν φύλο και το οικογενειακό ιστορικό.
Η θεραπεία των οξέων στεφανιαίων συνδρόμων είναι επεμβατική, γίνεται δηλαδή συνήθως στεφανιογραφικός έλεγχος και αγγειοπλαστική με τοποθέτηση stent στο «ένοχο”-υπεύθυνο αγγείο που προκαλεί την στένωση 99-100%. Ο ασθενής λαμβάνει ειδική φαρμακευτική αγωγή για 1 έτος, η οποία σταδιακά ελαττώνεται.
Η θεραπεία της χρόνιας στεφανιαίας νόσου είναι συντηρητική και έχει ως στόχο την ανακούφιση από τα συμπτώματα της στηθάγχης και τη βελτίωση της πρόγνωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις απαιτείται επαναιμάτωση με αγγειοπλαστική ή με αορτοστεφανιαία παράκαμψη-bypass (αν οι βλάβες στα αγγεία είναι πολύ εκτεταμένες).